Το τέλος της σχολικής ζωής σηματοδοτεί το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην ενήλικη ζωή και μαζί βέβαια το ξεκίνημα μιας καινούργιας, εντελώς διαφορετικής περιόδου στη ζωή του κάθε ανθρώπου. Αν και το γεγονός ότι, τουλάχιστον στις λεγόμενες ανεπτυγμένες χώρες, οι περισσότεροι νέοι μετά το σχολείο παρακολουθούν κάποια ανώτερη ή επαγγελματική εκπαίδευση, παρατείνοντας έτσι την περίοδο της οικονομικής εξάρτησης από την οικογένεια ή το κράτος, παρόλα αυτά, τα χρόνια μετά το σχολείο χαρακτηρίζονται από κάποιες σημαντικές αλλαγές.

Κι αν ακόμη οι αλλαγές αυτές, για οποιουσδήποτε λόγους δεν γίνονται στην πραγματικότητα, πάντως κανείς δεν μπορεί να αποφύγει την προσδοκία, την απαίτηση, την επιθυμία γι’ αυτές ή έστω την αμυδρή ανησυχία ή ένταση που προκαλεί η επίγνωση ότι κάποιες αλλαγές, αν μη τι άλλο, επίκεινται και κάποτε αναμένεται να γίνουν.

 

Παλιότερα η επίσημη ενηλικίωση ενός ανθρώπου ήταν στα 21 του χρόνια, τρία χρόνια δηλαδή αργότερα από τώρα, ταυτόχρονα όμως οι περισσότεροι νέοι, πολύ νωρίτερα από ό,τι τώρα, είχαν ήδη αρχίσει να «ενηλικιώνονται», να αυτονομούνται, να δουλεύουν και να βγάζουν τα δικά τους λεφτά, να ζουν μακριά από τους γονείς επειδή οι ανάγκες το απαιτούσαν, να φεύγουν μακριά από τον τόπο γέννησης τους, άλλοτε μεταναστεύοντας σε άλλη πόλη ή χώρα, άλλοτε (πολύ συχνά στην Ελλάδα) μπαρκάροντας σε καράβια. Όσο για τις γυναίκες, παντρευόντουσαν νωρίς κι αποκτούσαν την δική τους οικογένεια κι έμπαιναν μ’ αυτό τον τρόπο στον κόσμο των ενηλίκων.

 

Την ενηλικίωση χαρακτηρίζουν κάποια «σημεία» ωρίμανσης που είναι καταρχήν το τέλος της σχολικής εκπαίδευσης, η απομάκρυνση από την γονεική στέγη και η οικονομική αυτονόμηση (και σε δεύτερη φάση ο γάμος και η απόκτηση παιδιών). Οι κοινωνιολόγοι παρατηρούν κατά τις τελευταίες δεκαετίες μια μετάθεση ή μάλλον μια «παράταση» της εποχής της ενηλικίωσης. Μοιάζει να εγκαθίσταται στις καινούργιες γενιές μια μακροχρόνια φάση ενηλικίωσης, συνήθως μεταξύ 20 και 30 ετών, η οποία πολλές φορές διαρκεί και πάνω από 10 χρόνια, και κατά την οποία οι νέοι είναι απσχολημένοι με περαιτέρω εκπαίδευση, «πειραματισμούς» πάνω στην επαγγελματική αλλά και την συζυγική ζωή και προσωπική αναζήτηση.

 

Οι λόγοι που οδηγούν σ’ αυτό το «φαινόμενο» είναι πολλοί, πολυδιάστατοι και σύνθετοι, έχουν να κάνουν με κοινωνικοοικονομικές αλλαγές, με αλλαγές στον τρόπο ζωής και διαπαιδαγώγησης των παιδιών και πολλά άλλα τα οποία δεν θα είχε νόημα να αναλύσουμε εδώ.

Από την άλλη μεριά, τους νέους ανθρώπους που βρίσκονται σ΄αυτή την έστω παρατεταμένη περίοδο ενηλικίωσης, δεν παύουν να τους απασχολούν όλα όσα έχουν να κάνουν με το ξεκίνημα της δικής τους ζωής, ακόμα κι αν, σε πολλές περιπτώσεις δεν υπάρχει επιτακτική ανάγκη για άμεση επίλυση πρακτικών θεμάτων, ακόμα κι αν μπορούν να βασιστούν, περισσότερο από τις προηγούμενες γενιές στην βοήθεια και την υποστήριξη των γονιών τους.

 

Τα δυο μεγαλύτερα βήματα, τα «σκαλοπάτια» που εισαγάγουν ένα νέο άνθρωπο στην ενήλικη ζωή και που γίνονται είτε σχεδόν ταυτόχρονα είτε σταδιακά, δηλαδή το ένα έρχεται κάποια στιγμή σαν συνέπεια και συνέχεια του άλλου, είναι η απόκτηση στέγης χωρίς τους γονείς, η αυτονόμηση δηλαδή από την οικογενειακή εστία και το ξεκίνημα της επαγγελματικής ζωής, με άλλα λόγια η οικονομική απεξάρτηση από την οικογένεια.

Τα βήματα αυτά είναι άμεσα συνδεδεμένα με πολύ μεγάλες αλλαγές στον τρόπο ζωής που συνήθως έχουν έντονο συναισθηματκό αντίκτυπο, απαιτούν αλλά και προκαλούν αλλαγές συμπεριφοράς και απόκτηση νέων δεξιοτήτων και συνήθως προάγουν την ωρίμανση ενός ανθρώπου.

 

 

Ποιες είναι οι αλλαγές αυτές και με ποιο τρόπο επηρεάζουν τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά;

 

Ξαφνικά μόνος...

Κάποιοι νέοι τρέμουν στην ιδέα, άλλοι δεν βλέπουν την ώρα ενώ υπάρχουν κι αυτοί που επιθυμούν πάρα πολύ να μείνουν μόνοι τους αλλά δεν τολμούν να πάρουν την απόφαση. Όσο γι’ αυτούς που «αναγκαστικά», λόγω π.χ. σπουδών σε άλλη πόλη, βρίσκονται ξαφνικά στους δικούς τους τέσσερις τοίχους, άλλοι απολαμβάνουν την νεοαποκτηθείσα ελευθερία τους κι άλλοι δεν βλέπουν την ώρα να φτάσει το Σαββατοκύριακο ή η επόμενη αργία για να γυρίσουν σπίτι τους.

Η οικογενειακή ζωή της παιδικής κι εφηβικής ηλικίας παρέχει μια σχετικά προστατευμένη, ασφαλή κατάσταση, με όλες τις εντάσεις, τις συγκρούσεις αλλά και την αίσθηση του «μαζί» που στις περισσότερες περιπτώσεις την χαρακτηρίζει. Η αλήθεια είναι ότι το να βρεθεί ένας άνθρωπος μετά απ’ αυτό το οικογενειακό κουκούλι σε ένα σπίτι μόνος, μπορεί να είναι από κάπως παράξενο και άβολο εως θλιβερό και τρομακτικό.

Ακόμη κι ένας νέος που πέρασε τα χρόνια στο σπίτι του από την εφηβεία κι έπειτα σχετικά αποστασιοποιημένος, ανεξάρτητος και χωρίς να είναι ιδιαίτερα «κολλημένος» στους γονείς, μπορεί να βιώσει, αν ξαφνικά βρεθεί πραγματικά μόνος, συναισθήματα μοναξιάς και θλίψης και να νιώσει να του λείπουν οι γονείς, τα αδέλφια αλλά κυρίως το «πλαίσιο» που αποτελεί μια οικογένεια, ακόμη κι όταν αυτή αποτελείται μόνο από δύο ή τρία άτομα.

 

Η οικογενειακή εστία, το «σπίτι» ή για τους πιο χειραφετημένους το «σπίτι των γονιών μου» είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο και ευρύτερο από το άθροισμα των μελών του. Είναι το σημείο αναφοράς μιας οικογένειας που φέρει, πλαισιώνει και μέσα στο οποίο εξελίσσονται σχέσεις κυρίως αλλά βέβαια μαζί μ’ αυτές και συνήθειες, τελετουργίες, κανόνες, σχέδια, οραματισμοί, αντιλήψεις για τη ζωή, συμφωνίες των μελών μεταξύ τους και προς τον έξω κόσμο. Το πλαίσιο αυτό έχει στηθεί στο πέρασμα των χρόνων από την ημέρα που οι γονείς έγιναν ζευγάρι. Η αίσθηση της μοναξιάς λοιπόν όταν κάποιος φεύγει από το σπίτι, δεν προέρχεται μόνο από την έλλειψη της συντροφιάς των γονιών και των αδελφιών αλλά και από το ότι βρίσκεται ξαφνικά χωρίς αυτό το γνώριμο πλαίσιο και πρέπει σιγά-σιγά ν’ αρχίσει να φτιάχνει το δικό του.

Και βέβαια, το πόσο βαριά βιώνει κανείς το «ξαφνικά μόνος» εξαρτάται από το πόσο έτοιμος είναι γι’ αυτή την κατάσταση, πόση ανεξαρτησία τον έχουν βοηθήσει να αναπτύξει, πόσο ικανός αισθάνεται, φτιάχνοντας σχέσεις, καλλιεργώντας φιλίες, ενδιαφέροντα, συνήθειες να φτιάξει το δικό του «σπίτι», το σύμβολο δηλαδή της δικής του ζωής.

 

«Πού πληρώνουν το ρεύμα;»...

Μία από τις πιο χαρακτηριστικές και μάλλον δυσάρεστες ενδείξεις ότι αρχίζει η ενήλικη ζωή είναι το ότι ξαφνικά μεγαλώνουν οι ευθύνες. Είναι σαν να ξυπνάει κανείς μια μέρα και ν’ ανακαλύπτει ένα καινούργιο κόσμο που αποτελείται από υπηρεσίες, έγγραφα, λογαριασμούς, γραφεία, γραμματείες, ουρές, αλλά και σκόνη, απορρυπαντικά, άδεια ντουλάπια και άπλυτα πιάτα και φαίνεται πως ελάχιστοι άνθρωποι που κάνουν τα πρώτα τους ενήλικα βήματα αισθάνονται πλασμένοι για τον κόσμο αυτό.

Είναι ίσως το πιο άχαρο στάδιο της κοινωνικοποίησης ενός ανθρώπου, αυτό που δεν έχει να κάνει με ανθρώπους και τις σχέσεις μαζί τους αλλά με θεσμούς και πρακτικές ανάγκες στις οποίες πρέπει να ανταπεξέλθουμε για να ζήσουμε.

 

Είναι παράξενο αλλά αυτή η φάση της ζωής, αν και ταλαιπωρεί τους περισσότερους, είναι σαν όλοι να την ξεχνούν μόλις περάσει και να την αγνοούν

όσο δεν είναι ακόμα ο καιρός της. Οι γονείς, όσο είναι μικρά τα παιδιά, συχνά τους φέρονται σαν να πρόκειται να μείνουν για πάντα παιδιά και τα απαλλάσσουν από κάθε είδους ευθύνη ή συνυπευθυνότητα, ακόμα κι αυτή του να προσέχουν τον εαυτό τους και την σωματική τους ακεραιότητα. Το κακό είναι ότι μ΄αυτό τον τρόπο οι νέοι ενήλικες βρίσκονται εντελώς απροετοίμαστοι μπροστά στις «ενήλικες» ευθύνες και αντιδρούν με ποικίλους τρόπους.

Ένας τρόπος είναι να τα φορτώσει κανείς στους γονείς και να κρατήσει για τον εαυτό του την πιο ευχάριστη πλευρά της ενήλικης ζωής. Πολλοί γονείς που αισθάνονται με την ενηλικίωση και το φευγιό των παιδιών τους απ΄το σπίτι ότι μπαίνουν πια σε αχρηστία, ότι τα παιδιά τους δεν τους έχουν ανάγκη, παίρνουν ιδιαίτερη ικανοποίηση όταν υπάρχει κάτι που μπορούν ακόμη να κάνουν γι’ αυτά, να παρατείνουν την αλληλοεξάρτηση και να τα κρατήσουν περισσότερο κοντά τους.

 

Άλλοι θυμώνουν και παραιτούνται, μ’ ένα κάπως παιδιάστικο τρόπο, όπως θυμώνουν τα παιδιά με ένα ξύλο που βρέθηκε στο δρόμο τους και για να το τιμωρήσουν το χτυπάνε πληγιάζοντας τα χέρια τους. Ο θυμός αυτός βέβαια δεν βιώνεται πάντα σαν θυμός αλλά σαν όχληση, αδιαφορία, εκνευρισμός.

Το κακό με τον τρόπο αυτό αντιμετώπισης των ευθυνών είναι ότι όχι μόνο οι ευθύνες συσσωρεύονται και δημιουργούν επιπρόσθετα «χρέη» αλλά όλη αυτή η διαδικασία του θυμού κσι της άρνησης που καταλήγει σαν αυτοτιμωρία, συχνά δεν επιτρέπει μια σταδιακή ενσωμάτωση των ευθυνών αυτών στην ενήλικη ζωή, με αποτέλεσμα να αισθάνεται κανείς διαρκώς θυμωμένος και ριγμένος όποτε απαιτείται να αντιμετωπίσει κάτι δυσάρεστο ή αντίξοο.

 

Και υπάρχουν φυσικά κι αυτοί που δυσανασχετούν μεν, τεμπελιάζουν και αμελούν πότε-πότε, αλλά σιγά-σιγά, αρχίζοντας από τις πιο προσωπικές τους ανάγκες, το φαγητό, την καθαριότητα αναλαμβάνουν και τις ευθύνες που είναι πιο έμμεσα συνδεδεμένες με την επιβίωση τους: να πληρώσουν λογαριασμούς, να είναι συνεπείς στις σπουδές ή στη δουλειά τους, να διακπεραιώσουν απαραίτητες γραφειοκρατικές «αγγαρείες», να ψάξουν για δουλειά ή για σπίτι.

 

«Εγώ τι θέλω απ’ τη ζωή μου;»

Ένα από τα αναπόφευκτα αλλά και απολύτως αναγκαία στάδια που περνάει κανείς όταν αρχίζει να μπαίνει στην ζωή του ενήλικα, είναι αυτό που για πρώτη ίσως φορά τόσο σοβαρά έχει να κάνει με σκέψεις για το μέλλον και αναζήτηση προοπτικής. Είναι η περίοδος που όλα έρχονται πιο κοντά, γίνονται πιο απτά και που θέματα όπως «που θα δουλέψω, τι θα ήθελα, τι μπορώ να κάνω;», «πώς θέλω να είναι η ζωή μου, πού θα μου άρεσε να ζήσω;» ή «θέλω μια σταθερή σχέση, θέλω κάποτε οικογένεια;», παύουν πια να αντιμετωπίζονται σαν έννοιες τρίτων, των γονιών, του σχολείου και γίνονται πια προσωπικοί προβληματισμοί.

 

Και σ’ αυτόν τον τομέα έχει παίξει η οικογένεια τον σημαντικότερο ρόλο. Το πόσο απαιτητικός είναι ένας νέος άνθρωπος με τον εαυτό του, πόσο μεγάλες προσδοκίες έχει από τον εαυτό του και τη ζωή του, πόσο ευέλικτος είναι και έτοιμος να δοκιμαστεί και να ζοριστεί προκειμένου να φτάσει σε κάτι που τον ικανοποιεί, έχει να κάνει με τις αντίστοιχες προσδοκίες της οικογένειας.

Η προσωπική αυτή αναζήτηση έχει σαν κύριους άξονες το θέμα της δουλειάς και της οικογένειας (ή της σχέσης μ’ ένα σύντροφο). Επειδή και τα δυο αυτά τόσο βασικά ζητήματα χαρακτηρίζονται από όλο και μεγαλύτερη ρευστότητα και αστάθεια ή για να το εκφράσουμε πιο θετικά από περισσότερη δοκιμαστικότητα, πολλοί νέοι ταλαιπωρούνται χρόνια σε αναζήτηση συγκεκριμένων στόχων και τρόπων να τους πραγματοποιήσουν, περνώντας από πολλές αποτυχίες, απογοητεύσεις, αποθαρρύνσεις, παραιτήσεις και επανεκκινήσεις.

 

Κι εδώ ισχύει ότι όσο πιο γερά έχει στήσει κανείς το πλαίσιο της υπόλοιπης ζωής του, με αυτάρκεια και υπευθυνότητα, όσο πιο αποτελεσματικός αισθάνεται στα πιο «απλά» προβλήματα κι όσο καταφέρνει να έχει σταθερές φιλικές σχέσεις, ενδιαφέροντα αλλά και τρόπους να διατηρεί μια προσωπική ηρεμία τόσο πιο επαρκής είναι για να βρεί ένα δικό του δρόμο στη ζωή.

 

!! Ίσως αυτή η ηλικία, μεταξύ 20 και 30 ετών περίπου, το στάδιο της πραγματικής ενηλικίωσης δηλαδή, έχει υποτιμηθεί όσον αφορά τις αλλαγές και τις δυσκολίες προσαρμογής που την χαρακτηρίζουν. Ενώ η εφηβεία θεωρείται η κατεξοχήν κρίσιμη ηλικία, κατά την οποία συμβαίνουν και τεράστιες βιολογικές μεταβολές, αυτή η ηλικία αντιμετωπίζεται σαν «ήρεμη» και ισορροπημένη. Δεν είναι τυχαίο όμως ότι ένα μεγάλο ποσοστό νέων, ιδιαίτερα όσων είχαν μια ήσυχη, προσαρμοσμένη και λειτουργική εφηβεία, περνάει γερή ψυχολογική κρίση όταν ακριβώς πρέπει να κάνει τα πρώτα ενήλικα βήματα. Μπροστά στην προοπτική να πάρουν τη ζωή τους στα χέρια τους πολλοί νέοι νιώθουν φόβο, άγχος, ανεπάρκεια και απαισιοδοξία.

 

!! Η οικογένεια είναι αυτή που παίζει καθοριστικό ρόλο στο πόσο ομαλό θα είναι το ξεκίνημα της ενήλικης ζωής ενός ανθρώπου. Οι φόβοι των γονιών γίνονται και φόβοι των παιδιών και η απαλλαγή των παιδιών από κάθε ευθύνη γίνεται ανασφάλεια και ανικανότητα. Οι γονείς ενός νέου ανθρώπου που κάνει τα πρώτα του βήματα σαν ενήλικας καλούνται να ισορροπήσουν στο τεντωμένο σκοινί μεταξύ ενθάρρυνσης και συμπαράστασης από τη μια και αποφυγής της παγίδας «εγώ είμαι εδώ και θα κάνω τα βήματα για σένα» από την άλλη.